NEED TO KNOW

Έφυγε από τη ζωή ο Μανώλης Γλέζος

πηγή: ww.instagram.com/penelopesergounioti

Εάν το πρωί της 30ης Μαΐου 1941 έλεγε κάποιος στο νεαρό φοιτητή της ΑΣΟΕΕ, Μανώλη Γλέζο, πως την ίδια νύχτα το όνομά του θα χαραζόταν ανεξίτηλα στις σελίδες της ελληνικής ιστορίας, μάλλον δε θα τον πίστευε. Κι όμως, η απόφασή του να κατεβάσει, μαζί με το φίλο του Απόστολο (Λάκη) Σάντα, τη ναζιστική σημαία από το βράχο της Ακρόπολης – μία απόφαση που καταδίκασε και τους δύο σε θάνατο, τον έχρισε σύμβολο της αντίστασης των λαών.

Γεννήθηκε στις 9 Σεπτεμβρίου 1922 στον Απείρανθο της Νάξου. Μετακόμισε στην Αθήνα με την οικογένειά του το 1935. Τέσσερα χρόνια αργότερα, έγινε ο δημιουργός μίας αντιφασιστικής ομάδας νεολαίας κατά της ιταλικής κατοχής των Δωδεκανήσων και της δικτατορίας Μεταξά, ενώ το 1940 πέρασε στην ΑΣΟΕΕ, το σημερινό Οικονομικό Πανεπιστήμιο.

Όταν κηρύχθηκε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, δεν του επετράπη να πολεμήσει στο αλβανικό  μέτωπο, λόγω του νεαρού της ηλικίας του. Όμως δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Πέρασε τα χρόνια της κατοχής εργαζόμενος στο δήμο Αθηναίων και τον Ερυθρό Σταυρό, ενώ ταυτόχρονα ήταν ενεργό μέλος της εθνικής μας αντίστασης. Συμμετείχε στις απελευθερωτικές οργανώσεις νέων ΟΚΝΕ, ΕΑΜ ΝΕΩΝ και ΕΠΟΝ, κάτι που πλήρωσε με φυλακίσεις και διώξεις.

Από την ιστορική εκείνη νύχτα του 1941, οι ναζιστικές αρχές τον αναζητούσαν για σχεδόν ένα χρόνο. Συνελήφθη με το Σάντα στις 24 Μαρτίου 1942 και μεταφέρθηκε στις φυλακές Αβέρωφ. Βασανίστηκε σκληρά – τόσο που προσβλήθηκε από βαριάς μορφής φυματίωση. Αφέθηκε, έτσι, ελεύθερος.

Στις 21 Απριλίου 1943 συνελήφθη ξανά, από τους Ιταλούς αυτή τη φορά, και φυλακίστηκε για τρεις μήνες. Μισό χρόνο μετά την απελευθέρωση από εκείνους, στις 7 Φεβρουαρίου 1944, συνελήφθη και πάλι από συνεργάτες των κατακτητών, με κατηγορίες για επικίνδυνη αντεθνική δράση. Δραπέτευσε στις 21 Σεπτεμβρίου.

Εργάστηκε ως στην εφημερίδα Ριζοσπάστης μέχρι το κλείσιμό της από τις ελληνικές Αρχές, το Δεκέμβριο του 1947.

Στις 3 Μαρτίου 1948 συνελήφθη για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, του επιβλήθηκαν διάφορες ποινές  και καταδικάστηκε σε θάνατο για δύο ακόμη φορές. Φυσικά, καμία δεν εφαρμόστηκε λόγω δημόσιας κατακραυγής του ελληνικού λαού και της διεθνούς κοινής γνώμης. Ο Charles de Gaulle και ο Picasso τάχθηκαν υπέρ του, με τον πρώτο να τον αποκαλεί«τον πρώτο παρτιζάνο της Ευρώπης». Έτσι, οι θανατικές ποινές μετατράπηκαν σε ισόβια κάθειρξη που, και πάλι, δεν εκτελέστηκε. Βγήκε από τη φυλακή στις 26 Ιουλίου 1954.

Ήταν ακόμη φυλακισμένος όταν, το 1951, εξελέγη βουλευτής Αθηνών με το συνδυασμό της Ενωμένης Δημοκρατικής Αριστεράς (ΕΔΑ). Με την εκλογή του, πραγματοποίησε 12ημερη απεργία πείνας, αιτούμενος την απελευθέρωση των δέκα βουλευτών της ΕΔΑ που βρίσκονταν στην εξορία. Τελικά, επέστρεψαν οι επτά. Όταν βγήκε από τη φυλακή, ανέλαβε οργανωτικός Γραμματέας της ΕΔΑ και το 1956 έγινε ο διευθυντής της εφημερίδας ΑΥΓΗ.

Δε διατήρησε για καιρό την ελευθερία του. Στις 5 Δεκεμβρίου 1958 συνελήφθη για παράβαση του νόμου περί κατασκοπείας, εξαιτίας συνάντησής του με το γενικό γραμματέα του ΚΚΕ, Κώστα Κολιγιάννη που επισκεπτόταν παράνομα τη χώρα. Δεν εμφανίστηκαν στοιχεία που να στηρίζουν τις κατηγορίες  αλλά καταδικάστηκε σε φυλάκιση πέντε ετών, εκτόπιση 4 ετών και στέρηση των εκλογικών του δικαιωμάτων για 8 χρόνια.

Ο Albert Camus έγραψε σε επιστολή του στον πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή, στις 27 Απριλίου 1959: «Πέρα από κάθε κομματικό πνεύμα, θα ήθελα να σας εκφράσω τα συναισθήματα με τα οποία οι ελεύθεροι Γάλλοι διανοούμενοι παρακολουθούν την υπόθεση Γλέζου. Η φιλία και το χρέος της προσωπικής ευγνωμοσύνης που αισθανόμαστε για τη χώρα σας μας οδηγούν να πάρουμε θέση στην υπόθεση αυτή. Απευθύνοντας έκκληση στα πιστεύω σας περί δικαιοσύνης, θα ήμασταν ευγνώμονες εάν θελήσετε να δείξετε ευμένεια ως προς τον διανοούμενο [Γλέζο], του οποίου δεν ασπάζομαι τις πεποιθήσεις μεν, αλλά θεωρώ ότι η γενναιότητα του είναι άξια, αν μη τι άλλο, εκτίμησης.»

Αποφυλακίστηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1962 με Βασιλικό Διάταγμα. Στο πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967, τον έπιασαν στο σπίτι της οδού Φαιδριάδων στην Κυψέλη. Η κράτησή του κράτησε για τέσσερα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων μεταφέρθηκε διαδοχικά στο Γουδί, το Πικέρμι, τη Γενική Ασφάλεια Χωροφυλακής, τη Γυάρο, το Παρθένι Λέρου και τον Ωροπό, απ’ όπου απελευθερώθηκε το 1971.

Ελεύθερος πια, ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική. Έκανε μία ανεπιτυχή προσπάθεια αναβίωσης της ΕΔΑ και το 1981 εξελέγη βουλευτής Α΄ Αθηνών με το ΠΑΣΟΚ. Τρία χρόνια μετά, έγινε μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Το 1984, ανεξαρτητοποιήθηκε και το 1987 παραιτήθηκε του αξιώματός του.

Το 2002 έγινε Νομαρχιακός Σύμβουλος Αθηνών-Πειραιά, ως επικεφαλής του ανεξάρτητου συνδυασμού Ενεργοί Πολίτες και συγκεντρώνοντας ποσοστό 11%. Το 2010 εξελέγη Δημοτικός Σύμβουλος του δήμου Πάρου και, στη συνέχεια, το 2012, μπήκε στη Βουλή με το ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Με το ίδιο κόμμα έγινε και η εκλογή του στην Ευρωβουλή, το 2014, απ’ όπου παραιτήθηκε στις 17 Ιουνίου 2015.

Ήταν Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου διεκδίκησης των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα και επίτημος Πρόεδρος της επιτροπής μελέτης και αξιοποίησης του έργου της ΕΠΟΝ. Στο ρόλο του αυτό, ίδρυσε δεκάδες βιβλιοθήκες σε απομονωμένα νησιά του Αιγαίου και μικρά χωριά της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Εκπροσώπησε το ΣΥ.ΡΙΖ.Α στη σιωπηλή πορεία κατά της τρομοκρατίας στο Παρίσι, στην οποία παρευρέθηκαν 44 παγκόσμιοι ηγέτες. Όλοι μαζί, στο τέλος φώναξαν «Je suis Charlie».

O επαναστάτης, ο άνθρωπος που αποτέλεσε σύμβολο της εθνικής αντίστασης και πρότυπο μικρών και μεγάλων, έφυγε από τη ζωή σήμερα, 30 Μαρτίου 2020. Ήταν 97 ετών.