Power

Ιωσηφίνα: Η «γλυκειά αγάπη» του Ναπολέοντα

πηγή: wikipedia.org

Είναι μία από τις διασημότερες ιστορίες αγάπης, ασυνήθιστη και σκοτεινή.

Εκείνη, πανέμορφη κι εξαιρετικά αδιάφορη, χειριστική και σκληρή. Χήρα με ήδη δύο παιδιά, έκανε τρελές σκηνές ζηλοτυπίας. Εκείνος, της τα συγχωρούσε όλα. Τη λάτρευε με πάθος, ήταν τυφλός από έρωτα και τ’ όνομά της, σύμφωνα με το θρύλο, ήταν η τελευταία λέξη που ξεστόμισε πριν φύγει από τη ζωή. Γενναίος στρατηγός και Αυτοκράτορας της Γαλλίας, είχε μονάχα μία αδυναμία: την αγαπημένη του. Ο λόγος για το Ναπολέοντα και την Ιωσηφίνα.

Παντρεύτηκαν το 1796 και λίγες ημέρες μετά, έπερεπε να αποχωριστούν. Τον καλούσε το καθήκον και η εκστρατεία στην Ιταλία. Παρέμειναν μαζί για δέκα χρόνια, τα οποία χαρακτηρίζονται από τοξικότητα, οργή κι αμέριστη αγάπη από την πλευρά του. Κάθε φορά που έφτανε στα όριά του κι απειλούσε να την εγκαταλείψει, εκείνη ούρλιαζε και προσποιούταν πως λιποθυμούσε. Όταν, μάλιστα, της ανακοίνωσε ότι θέλει διαζύγιο, συνειδητοποίησε ότι δεν έπρεπε να τον θεωρήσει δεδομένο και κατέρρευσε.

Παρότι χώρισαν, δε σταμάτησε να την νοιάζεται. Ήταν, άλλωστε, η «γλυκειά του αγάπη». Μάλιστα, πλήρωνε για τη διαμονή της στο Château de Malmaison, όπου έζησε μέχρι τον τραγικό χαμό της, το 1814. Ήταν μόλις 50 ετών.

Την ημέρα που ο Ναπολέοντας έμαθε τα νέα, βρισκόταν εξόριστος στο νησί της Αγίας Ελένης. Δεν έφαγε, ούτε ήπιε, για δύο μέρες. Οι φύλακες ανέφεραν πως δεν τον είχαν δει σε τέτοια κατάσταση, ήταν συντετριμμένος. Και δεν την ξέχασε ποτέ – το 1821, όταν ήρθε η δική του ώρα να φύγει, πριν κλείσει τα μάτια του, ψέλλισε μερικές λέξεις:  Γαλλία, ο στρατός, αρχηγός του στρατού, Ιωσηφίνα.

Όσο ήταν μαζί, της έστελνε γράμματα που κάθε γυναίκα θα ήθελε να λάβει. Εκείνη δεν απαντούσε συχνά. Στις 24 Απριλίου 1796, δεν άντεξε και της έγραψε πως «Έχω τα γράμματά σου από τις 16 κι από τις 21. Περνούν μέρες που δε γράφεις. Τι κάνεις, λοιπόν;»

«Όχι, αγάπη μου, δε ζηλεύω αλλά μερικές φορές ανησυχώ. Έλα σύντομα – Σε προειδοποιώ, θα με βρεις άρρωστο. Η κούραση μαζί με την απουσία σου με καταβάλλουν. Τα γράμματά σου δίνουν χαρά στις μέρες μου, και οι χαρούμενες μέρες μου δεν είναι πολλές», συνέχισε.

Η Ιωσηφίνα τον έκανε να υποφέρει. «Συγχώρεσέ με, έρωτα της ζωής μου, η ψυχή μου τσακίζεται από αντικρουόμενες δυνάμεις. Η καρδιά μου έχει εμμονή μαζί σου, είναι γεμάτη φόβους που με γεμίζουν δυστυχία… Δεν αντέχω να μη σε φωνάζω με τ’ όνομά σου. Θα περιμένω να το γράψεις εσύ», εκμυστηρεύτηκε πληγωμένος. «Αντίο! Αχ, αν με αγαπάς λιγότερο, μπορεί και να μη με αγάπησες ποτέ. Σ’ αυτή την περίπτωση, είμαι αξιολύπητος.»

πηγή: wikipedia.org

Όλα, όμως, του περνούσαν. Παρακάτω, είναι το γράμμα που της έστειλε στις 17 Ιουλίου του 1796. Κι είναι ένα από τα πιο ζεστά και τρυφερά που έχουμε διαβάσει ποτέ.

 «Πήρα το γράμμα σου αγαπημένη μου – γέμισε με χαρά την καρδιά μου. Είμαι ευγνώμων που μπήκες στον κόπο να μου στείλεις νέα σου. Η υγεία σου θα είναι καλύτερα σήμερα – είμαι σίγουρος πως έγινες καλά. Σου συστήνω ανεπιφύλακτα να πας για ιππασία, μόνο καλό θα σου κάνει.

Από τη μέρα που έφυγα, νιώθω λύπη. Μόνο στο πλευρό σου είμαι χαρούμενος. Δε σταματώ να αναπολώ τα φιλιά σου, τα δάκρυά σου, τη μαγευτική σου ζήλια – και τα μαγικά σου ξόρκια, ανεπανάληπτη Ιωσηφίνα, αφήνουν διαρκώς αναμμένη τη φλόγα στην καρδιά και τις αισθήσεις μου. Πότε πια, ελεύθερος από κάθε ανησυχία για τις δουλειές, θα περάσω όλες τις στιγμές μου μαζί σου, μην έχοντας να κάνω τίποτα άλλο από το να σε αγαπώ και να σου το δείχνω; Θα σου στείλω το άλογό σου, αλλά ελπίζω σύντομα να μπορείς να έρθεις να με βρεις. Πίστευα πως σε αγαπούσα μερικές μέρες πριν – όμως, από την ώρα που σε είδα, νιώθω πως σε αγαπώ χίλιες φορές παραπάνω. Από τη μέρα που σε γνώρισα, σε λατρεύω περισσότερο κάθε μέρα, κάτι που αποδεικνύει πόσο λάθος είναι το ρητό του La Bruyère ‘η αγάπη έρχεται με τη μία’. Όλα στη φύση έχουν λογική πορεία και διαφορετικούς βαθμούς ανάπτυξης.

Αχ! Προσεύχομαι να δω τα μειονεκτήματά σου. Να είσαι λιγότερο όμορφη, λιγότερο χαριτωμένη, λιγότερο τρυφερή και, κυρίως, λιγότερο καλή. Πάνω απ’ όλα, να μη ζηλεύεις, να μην κλαις. Τα δάκρυά σου με τρελαίνουν, βάζουν φωτιά στο αίμα μου. Να είσαι σίγουρη πως αδυνατώ πια να σκεφτώ κάτι άλλο πέρα από εσένα, ή μία ιδέα που δε θα μπορείς να κρίνεις.

Να ξεκουραστείς. Να γίνεις καλά. Έλα να με βρεις, ώστε, τουλάχιστον, πριν πεθάνουμε, να μπορούμε να πούμε ‘Ήμασταν χαρούμενοι για τόσο πολλές μέρες!!!’ »