Success stories

Νατ Μπόουεν: H αυτοδίδακτη Βρετανίδα καλλιτέχνις με αφιέρωμα στο Forbes

πηγή: Instagram @nat.bowen

«Ένας χώρος στον οποίο μπορείς να ενσωματωθείς μόνο αν έχεις την κατάλληλη εκπαίδευση ή τις σωστές γνωριμίες». Έτσι περιέγραφε το χώρο της τέχνης η Βρετανίδα Νατ Μπόουεν πριν αποφασίσει να ασχοληθεί επαγγελματικά με αυτόν. Σήμερα βέβαια, η άποψή της είναι διαφορετική.


Την ώρα που κινήματα όπως το #GeurillaGirls παλεύουν να κάνουν τη διαφορά, οι καλλιτέχνιδες χρειάζεται να προσπαθήσουν διπλά από τους άνδρες, για να καθιερωθούν στην αγορά και να ξεχωρίσουν. Σύμφωνα με στοιχεία των New York Times, μέχρι το 2019 μόνο ο 11% των εκθεμάτων σε μουσεία τέχνης προέρχονται από γυναίκες, ενώ τα δίδακτρα των Σχολών Καλών Τεχνών αυξάνονται διαρκώς, σε παγκόσμιο επίπεδο. Θεωρώντας πως ένα καλό πτυχίο έχει μεγαλύτερη αξία από το ταλέντο, η Μπόουεν δίσταζε να κάνει την προσπάθειά της. Πίστευε ότι αν κάποιος δεν ανήκε στην κατηγορία του «ευκατάστατου, λευκού άνδρα», θα αποτύγχανε.

Πράγματι, πρόκειται για έναν τομέα στον οποίο κυριαρχεί η ανισότητα και αφήνει πολλές γυναίκες εκτός. Πώς τα κατάφερε εκείνη, λοιπόν; Γιατί όχι απλώς πέτυχε, αλλά έχει αναγνωριστεί παγκοσμίως για τους πίνακές της και έχει φιλοξενηθεί στο Forbes.

Ως αυτοδίδακτη καλλιτέχνις που δεν έλαβε ποτέ ανώτερη σχετική εκπαίδευση, η Νατ Μπόουεν έκανε μία σχετικά αντισυμβατική είσοδο στο χώρο της τέχνης. Έχοντας ήδη εργαστεί στη βιομηχανία της μόδας, προσελήφθη ως βοηθός ενός μεσίτη. Αυτή η θέση τη γέμισε έμπνευση, καθώς άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν τα χρώματα. Ξεκίνησε να οραματίζεται τις δημιουργίες της και να αποκτά ένα ολοκαίνουργιο, πιο δημιουργικό σκεπτικό.


Από μικρή ονειρευόταν να πληρώνεται για τη ζωγραφική της, όμως δεν ήξερε από πού να ξεκινήσει. Δεν γνώριζε κανέναν ιδιοκτήτη γκαλερί, οπότε αρκέστηκε στο να την αντιμετωπίζει ως χόμπι. «Η τέχνη είναι ανδροκρατούμενη εδώ και αιώνες και υπάρχει αυτή η ιδέα ότι πρέπει να είσαι “ασκούμενος” για πολύ καιρό προτού πουλήσεις το κομμάτι σου, προτού κάνεις την εμπορική επιτυχία», εξήγησε σε συνέντευξή της στο Forbes.

Βρήκε, έτσι, το δικό της μονοπάτι και δεν άφησε κανέναν να την κρατήσει πίσω. Παρατηρώντας τους πίνακες στα πανάκριβα σπίτια που επιμελούταν, σκέφτηκε να διακοσμήσει με δικούς της μία έπαυλη στο Λονδίνο. Έτσι, θα τους έβλεπαν αρκετοί οικονομικά επιφανείς επισκέπτες που ίσως τη βοηθούσαν ή της ζητούσαν κάτι πιο συγκεκριμένο. Η ιδέα της έπιασε και το ταλέντο της έγινε γνωστό, στόμα με στόμα. Το προφίλ της στα social media απέκτησε πολλούς ακολούθους και πλέον τα έργα της βρίσκονται σε κορυφαία φεστιβάλ του Μαϊάμι, της Νέας Υόρκης, του Χονγκ Κονγκ και του Λονδίνου, ακόμη και στην γκαλερί Σαάτσι.


Συνειδητοποίησε πως ερχόταν σε άμεση επαφή με τους πιθανούς αγοραστές μέσω του διαδικτύου και κατάλαβε ότι έπρεπε να αρχίσει να σκέφτεται σαν επιχειρηματίας, αν ήθελε να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην τέχνη της. Επένδυε όλα της τα έσοδα στην επιχείρησή της και την οδήγησε στο επόμενο βήμα, μιλούσε με τις γκαλερί και ασχολούταν προσωπικά με διαπραγματεύσεις, χωρίς να έχει από πίσω της κάποιον manager ή πρακτορείο.

«Το ζήτημα είναι να ξεπερνάς τα όρια – όχι μόνο αυτά που βάζεις εσύ στον εαυτό σου, αλλά κι όσα έθεσαν όσοι βρέθηκαν στο χώρο πριν από εσένα. Η τέχνη  μου δεν υποτιμάται από τον τρόπο που την πουλώ διαδικτυακά. Μάλιστα, επικοινωνώ καλύτερα με τους πελάτες μου και έχω δημιουργήσει ένα ισχυρό προσωπικό brand, οπότε μάλλον έχω βρει τη “συνταγή”. Κανείς δεν πιστεύει περισσότερο στο έργο μου από εμένα, οπότε κανείς δε θα μπορούσε να το προωθήσει καλύτερα».

 

Διαβάστε επίσης:

Λέινι Μόλναρ: Η καλλιτέχνις που βάζει τέλος στα «πρέπει» των γυναικών

Ταμάρα Ντζούροβιτς: Η street art καλλιτέχνις που αφιέρωσε τη ζωή της στις «αόρατες γυναίκες»

Artemisia Gentileschi: H γυναίκα που πήρε την εκδίκησή της μέσα από την τέχνη

 

Ακολουθήστε το Portraits στο Google News για την πιο ξεχωριστή ενημέρωση