Power

Σοφία Τζεξ – Μπλέικ: Πώς διεκδίκησε το δικαίωμα των Αγγλίδων να σπουδάζουν Ιατρική

πηγή: wikipedia.org

Ίδρυσε την πρώτη Ιατρική Σχολή γυναικών στην Αγγλία. Συνέχισε με τη Σκωτία και τόλμησε να μιλήσει δημόσια για όλα αυτά που πολλές δίσταζαν. Απέκτησε ισχυρούς συμμάχους κι ακόμη ισχυρότερους εχθρούς, ενώ δε δίστασε να υποστηρίξει τα πιστεύω της ανεξάρτητα από το τίμημα που θα πλήρωνε.

Όταν οι γύρω της τη συμβούλευαν να διατηρήσει χαμηλό προφίλ και να κινηθεί προσεκτικά, εκείνη έβγαινε στην πρώτη γραμμή και καταδίκαζε την αδικία. Δρούσε την κατάλληλη στιγμή και, τελικά, έγινε η ηρωίδα που οι σύγχρονές της είχαν ανάγκη. Ο λόγος για τη Σοφία Τζεξ – Μπλέικ, μία από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες της Βικτωριανής Εποχής.

Η μητέρα της υπέφερε από μία μακροχρόνια ασθένεια που είχε κλονίσει σημαντικά το νευρικό της σύστημα. Όταν η Σοφία βρισκόταν σπίτι, δεν μπορούσε να συγκρατήσει το εκρηκτικό της πνεύμα και δημιουργούσε διαρκώς εντάσεις, απλώς για να περάσει την ώρα της. Επειδή, λοιπόν, έγινε ανυπόφορη, οι γονείς της την έστελναν σε οικοτροφεία για αρκετά μεγάλα χρονικά διαστήματα κάθε φορά. Εκείνη, δεν περνούσε καλά. Κι όμως, της έλεγαν πως αν δε συνετιζόταν, δε θα επέστρεφε ποτέ σπίτι της.

Πέρασε τα εφηβικά της χρόνια, λοιπόν, μακριά από την οικογένειά της, ανάμεσα σε δασκάλους που εκτιμούσε για τις γνώσεις τους. Κάποιοι, τη λάτρευαν για την ευφυία και την εφευρετικότητά της, ενώ ορισμένοι τη θεωρούσαν πεισματάρα κι απείθαρχη. Πράγματι, δεν είχε υπομονή και πάλευε να φανεί εξυπνότερη από τους συνομιλητές της προσβάλλοντάς τους. Αντιλαμβανόμαστε, έτσι, πως ένας καθηγητής δύσκολα θα ανεχόταν μία μαθήτρια που όχι απλώς δεν τον σεβόταν επειδή διαφωνούσε, αλλά υποτιμούσε τη νοημοσύνη του μπροστά σε όλη την τάξη.

Η Σοφία, όμως, δεν ήταν παρά ένα παιδί που ένιωθε απέραντη μοναξιά. Ένα κορίτσι που βίωσε την απόρριψη από την ίδια της τη μητέρα και ήθελε να τραβάει την προσοχή, προκειμένου να γυρίσει μία μέρα κοντά της.

Αρκετό καιρό μετά, το 1857, γύρισε επιτέλους στο σπίτι της. Είχε ολοκληρώσει την εκπαίδευσή της και ήταν έτοιμη να στηρίξει την οικογένειά της. Η μαμά της, η αυστηρότερη κριτής της, έγινε η μεγαλύτερή της σύμμαχος και, όσο περνούσαν τα χρόνια, την ενθάρρυνε να κυνηγά τα όνειρά της – κάτι που ελάχιστες θα έκαναν με τις κόρες τους, πίσω στο 19ο αιώνα.

Έχοντας περάσει από κάθε λογής οικοτροφείο, ήταν αναμενόμενο να θελήσει να ασχοληθεί με τη διδασκαλία. Σχεδόν αμέσως, έκανε αίτηση για το νεοϊδρυθέν Queen’s College που άνοιξε στο Λονδίνο το 1958, το οποίο θα προετοίμαζε τη νέα γενιά δασκάλων του Λονδίνου. Ξεκινώντας τις σπουδές της εκεί, είδε πως το επίπεδό της στα μαθηματικά ήταν πολύ ανώτερο από εκείνο των συμφοιτητριών της, κάτι που πρόσεξαν και οι καθηγητές της. Έτσι λοιπόν, γρήγορα της έγινε πρόταση να βοηθήσει παιδιά με τα μαθήματά τους. Ενθουσιασμένη που θα έβγαζε τα δικά της χρήματα, έγραψε στους γονείς της για να τους ανακοινώσει τα νέα. Ο πατέρας της, όμως, όχι απλώς δε συμφωνούσε αλλά δεν το επέτρεπε με τίποτα. Αν ξεκινούσε να εργάζεται, θα ανεξαρτητοποιούταν. Αν του ζητούσε ο γιος του κάτι τέτοιο, τότε ναι, θα δεχόταν με χαρά. Έτσι λοιπόν, η Σοφία έγινε δασκάλα αμισθί.

Η ζωή της άλλαξε για πάντα όταν γνώρισε την Ολίβια Χιλ, μία συμφοιτήτριά της που την περνούσε δύο χρόνια. Η φιλία τους βασίστηκε στο ότι η μία συμπλήρωνε την άλλη. Όταν, μάλιστα, η Σοφία έμαθε ότι η οικογένεια της Ολίβια αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και κινδύνευε να μείνει στο δρόμο, αποφάσισε να δώσει λύση στο πρόβλημα. Πρότεινε να μετακομίσουν όλοι μαζί σε ένα σπίτι, τα έξοδα του οποίου ανέλαβε σχεδόν εξ ολοκλήρου. Δεν τα πήγαινε καθόλου καλά με τη μητέρα της φίλης της, όμως, με την οποία καυγάδιζε διαρκώς. Έτσι, μετακόμισε και η φιλία τους έλαβε τέλος.

Πληγωμένη, χωρίς κανέναν κοντινό της άνθρωπο, στράφηκε στη θρησκεία για παρηγοριά. Θέλησε να φύγει κι αναζήτησε καταφύγιο στη Γερμανία. Εργάστηκε για ένα σχολείο, στο οποίο βίωσε κάθε δυσκολία που αντιμετωπίζει ένας εκπαιδευτικός. Οι μαθητές την κορόιδευαν όταν έκανε λάθη, μάθαινε πως μιλούσαν για εκείνη πίσω από την πλάτη της και οι συνάδελφοί της την απέφευγαν. Μέχρι τότε, η Ιατρική δεν είχε περάσει από το μυαλό της.

Το 1965, σ’ ένα ταξίδι της στις ΗΠΑ για σεμινάρια πάνω στη διδασκαλία, γνώρισε τη γιατρό του Νοσοκομείο Γυναικών της Νέας Αγγλίας, Λούσι Σούαλ. Εκείνη, την έφερε σε επαφή με μία σειρά γιατρών και ακτιβιστριών της εποχής – ανάμεσά τους οι Ελίζαμπεθ και Έμιλι Μπλάκουελ, πρωτεργάτριες του κινήματος για το δικαίωμα των γυναικών στις σπουδές Ιατρικής.

Ολοκληρώνοντας την περιοδεία της στα αμερικανικά Πανεπιστήμια, αποφάσισε ότι όταν επέστρεφε στην Αγγλία θα πάλευε για το δικαίωμα των Βρετανίδων να σώζουν ζωές. Εργάστηκε για λίγο ως λογίστρια και νοσηλεύτρια στο Νοσοκομείο της Νέας Αγγλίας, ενώ ετοιμαζόταν να σπουδάσει κανονικά στη Νέα Υόρκη, όταν αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω. Ο πατέρας της, είχε φύγει από τη ζωή και η μητέρα της τη χρειαζόταν.

Η Τζεξ – Μπλέικ, προκειμένου να διαχειριστεί την τεράστια απώλεια, αφοσιώθηκε στο σχέδιό της. Η μοναδική Αγγλίδα που είχε πτυχίο γιατρού και άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ήταν η Ελίζαμπεθ Γκάρετ Άντερσον και οι άνδρες της ιατρικής κοινότητας δεν είχαν καμία διάθεση να επιτρέψουν σε άλλες να ακολουθήσουν το παράδειγμά της. Η Σοφία, από την πλευρά της, έπρεπε να γίνει γιατρός πάση θυσία. Έστελνε επιστολές στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, αποφασισμένη να μην παραιτηθεί αν δε γινόταν δεκτή. Πάλευε για τέσσερα χρόνια και, όταν πια αγανάκτησε,  συγκρότησε μία ομάδα έξι γυναικών που είχαν ίδια όνειρα με εκείνη. Έμειναν στην ιστορία ως οι «Επτά του Εδιμβούργου» και, μαζί, έπειτα από έναν αγώνα δύσκολο κι εξαντλητικό, τα κατάφεραν.

Υπήρχαν μαθήματα στα οποία η παρουσία τους απαγορευόταν. Σ’ εκείνα που μπορούσαν να παρευρεθούν, πολλοί καθηγητές τους έκαναν ξεχωριστές διαλέξεις καθώς οι συμφοιτητές τους διαμαρτύρονταν έντονα κάθε φορά που τις συναντούσαν. Φυσικά, η δική τους εκπαίδευση κόστιζε περισσότερο. Κι όμως, διέπρεπαν και οι βαθμοί τους ήταν οι υψηλότεροι. Δεν έλαβαν ποτέ, καμία τιμητική διάκριση. Κι αυτό γιατί οι άνδρες δεν άντεχαν να τις βλέπουν να πετυχαίνουν.

Τους έκαναν τη ζωή δύσκολη. Τους πετούσαν σκουπίδια, τις αποκαλούσαν με τους χειρότερους χαρακτηρισμούς, Οι «Επτά» φοβούνταν να κυκλοφορήσουν μόνες και ήταν διαρκώς μαζί. Το 1870, όταν είχαν εξετάσεις ανατομίας, τις περίμενε ένα μεγάλο πλήθος που είχε δημιουργήσει ένα είδος ανθρώπινου τείχους έξω από την αίθουσα, προκειμένου να μην μπορέσουν να δώσουν. Κάποιοι τις λυπήθηκαν και τις έσωσαν, ανοίγοντας τις πόρτες ενός αμφιθεάτρου. Τελικά, η εξέταση έγινε κανονικά.

Εκείνη την ημέρα, κάτι άλλαξε. Ο λαός τις είδε με άλλα μάτια, τις συμπάθησε. Κι όμως, μέχρι το 1873, το Πανεπιστήμιο ξεκαθάρισε πως, ακόμη κι αν κατάφερναν να παρακολουθήσουν όλα τα απαιτούμενα μαθήματα και έκαναν την απαραίτητη πρακτική, δε θα έπαιρναν πτυχίο.

Η Σοφία είχε αποτύχει στο Εδιμβούργο. Το όνομά της, όμως, είχε κάνει το γύρο της Μεγάλης Βρετανίας. Αποφασισμένη να κυνηγήσει το όνειρό της μέχρι τέλους, έφτασε στο Λονδίνο. Εκεί, μίλησε με τις γυναίκες για τα εμπόδια που αντιμετώπιζαν. Έχοντας σύμμαχο την Ελίζαμπεθ Γκάρετ Άντερσον, ίδρυσε τη Ιατρική Σχολή Θηλέων, το 1875. Έφτασαν μέχρι τη Βουλή και, το 1876, πέρασε ο νόμος που υποχρέωνε τα Πανεπιστήμια να δίνουν πτυχία σε όλους, ανεξαρτήτως φύλου.

Την αρχή έκανε η Ιρλανδία. Εκεί, η Τζεξ – Μπλέικ έδωσε τις εξετάσεις της και αποφοίτησε. Κι έτσι, ξεκίνησε μία νέα εποχή για τις γυναίκες.

Η Σοφία, έπειτα, ίδρυσε την Ιατρική Σχολή του Εδιμβούργου – η οποία έκλεισε το 1898 καθώς η Σοφία δεν είχε ιδέα από διοίκηση – και πέρασε τα τελευταία της χρόνια στο Σάσεξ. Λέγεται πως λίγο πριν κλείσει τα μάτια της, το 1912, γύρισε και κοίταξε τη φίλη και παλιά της μαθήτρια, Μάργκαρετ Τοντ, και ψέλλισε «Τώρα, μπορείς να πας και να ξεκουραστείς».

Η Σοφία Τζεξ – Μπλέικ άλλαξε για πάντα τη μοίρα των Βρετανίδων.

 

Διαβάστε επίσης:

Σιριμάβο Μπανταρανάικε: Η πρώτη γυναίκα στον κόσμο που έγινε Πρωθυπουργός

Cheryl Holder: Η γιατρός που εξηγεί πώς η κλιματική αλλαγή συνδέεται με την υγεία μας

Χενριέττα Λακς: Η γυναίκα που, εν αγνοία της, έσωσε εκατομμύρια ζωές

 

Ακολουθήστε το Portraits στο Google News για την πιο ξεχωριστή ενημέρωση