Success stories

Louise Glück: Η ποιήτρια του τραύματος, που γιάτρεψε την ανθρώπινη ψυχή

Louise Glück, πηγή: @ letrasinverso, Instagram

«Για την αδιαμφισβήτητη ποιητική της φωνή, που με αυστηρή ομορφιά καθιστά την ατομική ύπαρξη καθολική»

Αυτή ήταν η θέση που καταχωρήθηκε για να αιτιολογήσει την φετινή επιλογή της επιτροπής των βραβείων Νόμπελ να απονείμει το Νόμπελ Λογοτεχνίας στην Louise Glück και ένα είναι το σίγουρο: Η διατύπωση αυτή περιγράφει πολύ γλαφυρά την σπουδαία Αμερικανίδα ποιήτρια.

Η Louise Elisabeth Glück γεννήθηκε στις 22 Απριλίου 1943 είναι Αμερικανίδα ποιήτρια και δοκιμιογράφος. Συχνά, περιγράφεται ως αυτοβιογραφική ποιήτρια, ενώ η δουλειά της είναι γνωστή για τη συναισθηματική της ένταση και για τη συχνή χρήση του μύθου, της ιστορίας ή της φύσης για να διαλογιστεί σε προσωπικές εμπειρίες και σύγχρονη ζωή.

Κύριο στοιχείο που διακρίνει το λογοτεχνικό έργο της Glück είναι η προσπάθειά της να «φωτίσει» διάφορες πτυχές του τραύματος, της επιθυμίας και της φύσης. Εξερευνώντας αυτά τα ευρύτατα θέματα, η ποίησή της έγινε γνωστή για τις ειλικρινείς εκφράσεις της θλίψης και της απομόνωσης. Οι μελετητές του έργου της έχουν παρατηρήσει, επίσης, την ιδιαίτερα σχέση που αναπτύσσεται μέσα από τα έργα της μεταξύ της αυτοβιογραφίας και του κλασσικού μύθου.

Η Νομπελίστρια γεννήθηκε στην Νέα Υόρκη και μεγάλωσε στο Long Island. Είναι η μεγαλύτερη εκ των δύο επιζώντων θυγατέρων του Daniel Glück, ενός επιχειρηματία και της Beatrice Glück (née Grosby), μίας νοικοκυράς. Η μητέρα της Glück ήταν Ρωσικής-Εβραϊκής καταγωγής, ενώ οι παππούδες εκ του πατρός ήταν Εβραίοι ουγγρικής καταγωγής, οι οποίοι μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες πριν γεννηθεί ο πατέρας της, αποκτώντας τελικά ένα παντοπωλείο στην Νέα Υόρκη, από το οποίο και βιοπορίζονταν.

Το μικρόβιο της λογοτεχνίας φαίνεται πως υπήρχε στην οικογένεια πριν την Louise, αφού οι διαθέσιμες πληροφορίες γι’ αυτήν μαρτυρούν ότι και ο πατέρας της φιλοδοξούσε να γίνει συγγραφέας. Ωστόσο, εκείνος κατέληξε να εργάζεται με τον γαμπρό του.

Μαζί, πέτυχαν όταν ανακάλυψαν το μαχαίρι X-Acto. Η μητέρα του Glück, από την άλλη, ήταν απόφοιτος του Wellesley College, ωστόσο η ίδια δεν εργαζόταν, αλλά αντίθετα ανέλαβε τις υποχρεώσεις του νοικοκυριού και την ανατροφή των παιδιών της.

Οι γονείς της Glück αγαπούσαν την ελληνική μυθολογία, μία αγάπη που της μεταλαμπάδευσαν κατά τη διάρκεια της παιδικής της κιόλας ηλικίας. Η ελληνική μυθολογία, αλλά και κλασσικές ιστορίες, όπως αυτή της Joan of Arc την συντρόφευσαν στα παιδικά της χρόνια και αποτέλεσαν τη βάση της.

Η επαφή της με την λογοτεχνία ήταν ισχυρή από πάντα, γι’ αυτό και δεν προξενεί απορία το γεγονός ότι η νομπελίστρια ξεκίνησε να γράφει ποίηση ήδη από πολύ νεαρή ηλικία.

Το «τέρας» της νευρικής ανορεξίας που καθόρισε τη ζωή και το έργο της

Η εφηβεία θα την βρει αντιμέτωπη με μία μεγάλη πρόκληση. Η Glück γνώρισε το «τέρας» της νευρικής ανορεξίας, μίας ασθένειας που αποτέλεσε την κυρίαρχη μάχη στη ζωή της για ολόκληρη την εφηβεία και τα πρώτα νεανικά της χρόνια.

Η ίδια θα μιλήσει αργότερα γι’ αυτή την εμπειρία σε ένα από τα δοκίμιά της, παρουσιάζοντας την ασθένεια ως το αποτέλεσμα μίας έντονης προσπάθειας να κερδίσει την ανεξαρτησία της από τη μητέρα της. Σε άλλο έργο της, η Glück συνέδεσε την νευρική ανορεξία με την απώλεια της μεγαλύτερης αδελφή της, ενός γεγονότος, ωστόσο, που συνέβη προτού εκείνη γεννηθεί.

Κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου της τελευταίας χρονιάς που φοιτούσε στο Γυμνάσιο George W. Hewlett, στο Hewlett της Νέας Υόρκης, η Glück ξεκίνησε ψυχαναλυτική θεραπεία. Λίγους μήνες αργότερα, αποσύρθηκε από το σχολείο για να επικεντρωθεί στην αποκατάστασή της. Η ίδια, βέβαια, ολοκλήρωσε την μαθητεία της εκεί, καταφέρνοντας τελικά να αποφοιτήσει το 1961.

Σε ένα από τα κείμενά της, η ποιήτρια έχει μιλήσει για την απόφασή της να αφήσει προσωρινά το σχολείο για να επικεντρωθεί στην αποκατάσταση της υγείας της. Συγκεκριμένα, είχε γράψει «Κατάλαβα ότι κάποια στιγμή θα πέθαινα. Αυτό που ήξερα πιο έντονα, πιο απτά, ήταν ότι δεν ήθελα να πεθάνω». Έτσι, η Glück πέρασε τα επόμενα επτά χρόνια κάνοντας θεραπεία. Στην διαδικασία αυτή, μάλιστα, η ποιήτρια απέδωσε τόσο το κατόρθωμά της να ξεπεράσει την ασθένεια, όσο και τη διαμόρφωση του τρόπου που σκέφτεται έκτοτε.

Ως αποτέλεσμα της ιδιαίτερης και ευαίσθητης κατάστασής της, η Glück δεν εγγράφηκε στο κολέγιο ως φοιτήτρια πλήρους φοίτησης. Περιέγραψε την απόφασή της να εγκαταλείψει την τριτοβάθμια εκπαίδευση υπέρ της θεραπείας ως απαραίτητη: «… η συναισθηματική μου κατάσταση, η ακραία ακαμψία της συμπεριφοράς μου και η ξέφρενη εξάρτηση από το τελετουργικό κατέστησαν αδύνατες άλλες μορφές εκπαίδευσης».

Αντ’ αυτού, η Glück πήρε ένα μάθημα ποίησης στο Sarah Lawrence College και, από το 1963 έως το 1966, εγγράφηκε σε εργαστήρια ποίησης στη Σχολή Γενικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Columbia, το οποίο προσέφερε ένα πτυχίο για μη παραδοσιακούς φοιτητές. Αξίζει να σημειωθεί ότι εκεί γνώρισε την Léonie Adams και τον Stanley Kunitz, ανθρώπους από τους οποίους διδάχθηκε και στους οποίους η ίδια έχει πιστώσει ως σημαντικούς μέντορες στην ανάπτυξή της ως ποιήτριας.

Αφότου έφυγε από το Columbia χωρίς να έχει πάρει πτυχίο, η Glück αποφάσισε να εργαστεί για να υποστηρίξει οικονομικά τον εαυτό της. Εργάστηκε αρχικά ως γραμματέας. Το 1967, η μετέπειτα σπουδαία ποιήτρια παντρεύτηκε τον Charles Hertz Jr. Ο γάμος τους, ωστόσο, έμελλε να λήξει άδοξα, αφού οι δυο τους τελικά οδηγήθηκαν στο διαζύγιο, παίρνοντας χωριστούς δρόμους ζωής.

Η αρχή μίας σπουδαίας διαδρομής

Έναν χρόνο μετά τον γάμο της με τον Hertz, η Glück θα εκδώσει την πρώτη της ποιητική συλλογή, με τίτλο «Firstborn». Η πρώτη αυτή προσπάθεια, μάλιστα, θεωρείται αρκετά επιτυχημένη, καθώς η κατάφερε να λάβει αρκετά θετικά σχόλια. Στη συνέχεια, ωστόσο, η ποιήτρια βίωσε ένα παρατεταμένο καλλιτεχνικό «κενό», το οποίο, όπως η ίδια υποστηρίζει, θεραπεύτηκε το 1971, όταν ξεκίνησε να διδάσκει ποίηση στο Goddard College του Βερμόντ.

Τα ποιήματα που έγραψε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου συλλέχθηκαν στο δεύτερο βιβλίο της, που φέρει τον τίτλο «The House on Marshland (1975)». Η εν λόγω συλλογή προκάλεσε, μάλιστα, πολύ εντύπωση, με πολλούς από τους κριτικούς να θεωρούν αυτό το έργο της Glück ως το πιο πρωτοποριακό και σχολιάζοντας ότι σηματοδοτεί την «ανακάλυψη μιας διακριτικής φωνής».

Το 1973 και αφού έχει ήδη χωρίσει με τον σύζυγό της, η Glück θα περάσει σε μία νέα φάση στη ζωή της, αποκτώντας την ιδιότητα της μητέρας, αφού φέρνει στον κόσμο τον γιο της, Νώε, καρπό του έρωτά της με τον σύντροφό της και συγγραφέα, John Dranow. Ο Dranow ήταν ο διοργανωτής του θερινού προγράμματος γραφής στο Goddard College. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το ζευγάρι παντρεύεται, ολοκληρώνοντας έτσι την οικογενειακή του ευτυχία.

Το 1980, ο Dranow και ο Francis Voigt, σύζυγος της ποιήτριας Ellen Bryant Voigt, ιδρύουν από κοινού το New England Culinary Institute, ένα ιδιωτικό, κερδοσκοπικό κολέγιο. Οι Glück και Bryant Voigt ήταν οι πρώτες που επένδυσαν στο ινστιτούτο, ενώ υπηρέτησαν μάλιστα και στο διοικητικό συμβούλιό του.

Την ίδια χρονιά θα έρθει και η δημοσίευση της τρίτης συλλογής της Glück, με τίτλο «Descending Figure». Αν αναλογιστεί κανείς το μέγεθος των αντιδράσεων που είχε αυτή η ποιητική συλλογή, θα καταλάβει ότι η Louise Glück είχε σίγουρα την ικανότητα, μέσα από την δουλειά της, να τραβά την προσοχή και να προκαλεί εντυπώσεις – είτε αυτές ήταν καλές είτε κακές.

Στην προκειμένη περίπτωση, η Glück δέχθηκε κάποιες αρνητικές κριτικές για το περιεχόμενο του έργου της. Ενδεικτικά, ο ποιητής  Greg Kuzma κατηγόρησε την Glück ότι μισεί τα παιδιά, εξαιτίας του ποιήματός της με τίτλο «Τα πνιγμένα παιδιά». Συνολικά, βέβαια, το βιβλίο της ήταν καλοδεχούμενο από τους κύκλους της εποχής του.

Η χρονιά, ωστόσο, δεν συνεχίστηκε καλά για την ίδια, αφού μία πυρκαγιά κατέστρεψε το σπίτι της στο Βερμόντ, με αποτέλεσμα την απώλεια όλων των περιουσιακών της στοιχείων.

Μετά από αυτήν την τραγωδία, η Glück άρχισε να γράφει τα ποιήματα που αργότερα θα συλλέγονταν στο βραβευμένο έργο της, «The Triumph of Achilles (1985)». Γράφοντας στους The New York Times, η συγγραφέας και κριτικός Liz Rosenberg περιέγραψε αυτή τη συλλογή ως «πιο καθαρή, πιο αγνή και πιο αιχμηρή» από την προηγούμενη δουλειά της ποιήτριας.

Ο κριτικός Peter Stitt, από την πλευρά του, γράφοντας στο The Georgia Review, υποστήριξε ότι το εν λόγω βιβλίο ανέδειξε την Glück ως μία από «τους σημαντικούς ποιητές της εποχής μας». Από αυτή τη συλλογή, το ποίημα «Mock Orange», το οποίο παρομοιάστηκε με φεμινιστικό ύμνο, έχει κληθεί ως «κομμάτι της ανθολογίας», ιδιότητα που του αποδόθηκε εξαιτίας του πλήθους των φορών που έχει υπάρξει κομμάτι ανθολογιών ποίησης, αλλά και μέρος της διδακτικής ύλης σε πανεπιστημιακά μαθήματα.

Το 1984, η Louise Glück αναλαμβάνει τον ρόλο του λέκτορα στο Τμήμα Αγγλικών της σχολής Williams College της Μασαχουσέτης. Έναν χρόνο αργότερα, η διάσημη πια ποιήτρια θα χάσει τον πατέρα της, μία απώλεια που θα αποτελέσει την κινητήριο δύναμη και την πηγή έμπνευσης για την επόμενη συλλογή ποιημάτων της. Η συλλογή εκδόθηκε τελικά το 1990 με τίτλο «Ararat». Ο εν λόγω τίτλος είναι εμπνευσμένος από το όνομα του βουνού του μύθου της πλημμύρας Genesis.

Για αυτή τη συλλογή αξίζει να αναφερθεί η κριτική που έλαβε από τον κριτικό Dwight Garner, ο οποίος, γράφοντας στους The New York Times το 2012, χαρακτήρισε το έργο αυτό ως «το πιο βάναυσο και γεμάτο θλίψη βιβλίο της αμερικανικής ποίησης που δημοσιεύθηκε τα τελευταία 25 χρόνια».

Η ξεχωριστή ομορφιά του «The Wild Iris»

Την συλλογή αυτή ακολούθησε ένα από τα πιο δημοφιλή και κοινώς αποδεκτά από τους κριτικούς βιβλία της με τίτλο «The Wild Iris» (1992). Στα ποιήματα του βιβλίου αυτού, η Glück αφηγείται μία συνομιλία μεταξύ των λουλουδιών ενός κήπου, του κηπουρού και μίας θεότητας αναφορικά με την φύση της ζωής.

Τα σχόλια για την συλλογή αυτή ήταν διθυραμβικά. Το Publishers Weekly διακήρυξε τα ποιήματα του The Wild Iris ως ένα «σημαντικό βιβλίο», που φιλοξενεί «ποίηση εξαιρετικής ομορφιάς». Η κριτικός Elizabeth Lund, από την πλευρά της, γράφοντας στο The Christian Science Monitor, χαρακτήρισε τη συλλογή ως «έργο ορόσημο».

Η επιτυχία του έργου της, όμως, δεν σταμάτησε εκεί, αφού το 1993, η συλλογή κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ, ενισχύοντας τη φήμη της Glück ως μία διακεκριμένη Αμερικανίδα ποιήτρια.

Η δεκαετία του 1990 θα αποτελέσει ορόσημο στην ζωή της Louise Glück, με δύο διαφορετικούς τρόπους. Την ώρα που το έργο της αναδεικνύεται διαρκώς, με την ίδια να αναγνωρίζεται ως μία όλο και πιο σημαντική φιγούρα στον χώρο της, έρχεται αντιμέτωπη με προσωπικές δυσκολίες. Ο γάμος της με τον John Dranow γράφει τίτλους τέλους, καθώς οι δυο τους θα τραβήξουν χωριστούς δρόμους, αποφασίζοντας να πάρουν διαζύγιο.

Η απόφαση αυτή, ωστόσο, θα δημιουργήσει προβλήματα και στην επιχειρηματική σχέση που είχαν αναπτύξει όλα αυτά τα χρόνια. Η απόφαση για την προσωπική τους ζωή θα φέρνει διαρκώς διαμάχες στην επιχειρηματική τους δράση, με αποτέλεσμα ο Dranow να απομακρυνθεί τελικά από τις αρμοδιότητές του στο New England Culinary Institute.

Οι μεγάλες αλλαγές στην ζωή της θα διοχευτεθούν ως παραγωγική διαδικασία στο ποιητικό της έργο και θα σηματοδοτήσουν, τελικά, μία πολύ παραγωγική, επαγγελματικά και καλλιτεχνικά, φάση για την ίδια.

Το 1994, η κάτοχος του βραβείου Πούλιντζερ δημοσιεύει μια συλλογή από δοκίμια που ονομάζονται «Proofs & Theories: Essays on Poetry». Λίγο αργότερα, δημοσιεύει το «Meadowlands (1996)», μια συλλογή ποίησης για τη φύση της αγάπης και την επιδείνωση ενός γάμου.

Πολύ γρήγορα, θα δώσει στη δημοσιότητα δύο ακόμη συλλογές, το Vita Nova (1999) και The Seven Ages (2001).

Η τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, τον Σεπτέμβριο του 2001 θα επηρεάσει έντονα την Glück, η οποία τρία χρόνια αργότερα δημοσιεύει ένα ποίημα σε μέγεθος αφηγήματος με τίτλο «October». Το εν λόγω έργο είναι χωρισμένο σε 6 μέρη και αξιοποιεί τον αρχαίο ελληνικό μύθο, για να εξερευνήσει τις διάφορες πτυχές του τραύματος και των παθών.

Την ίδια χρονιά, η νομπελίστρια ορίστηκε ως η Rosenkranz Writer in Residence στο Πανεπιστήμιο Yale.

Ο ρόλος της στο Yale δεν την σταμάτησε, βέβαια, από τον να συνεχίσει να δημοσιεύει ποίηση. Τα βιβλία της, που δημοσιεύθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, περιλαμβάνουν τις συλλογές Averno (2006), A Village Life (2009) και Faithful and Virtuous Night (2014).

Το 2012 δημοσιεύεται μία συλλογή ποιημάτων, που περιλαμβάνει την 50χρονη πορεία της Louise Glück στην ποίηση. Η συλλογή θα κυκλοφορήσει με τον τίτλο «Poems: 1962–2012» και σύντομα θα χαρακτηριστεί από τους «ειδικούς» ως «λογοτεχνικό γεγονός».

Μερικά χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 2017 θα δημοσιευθεί και μία δεύτερη συλλογή από τα δοκίμιά της, με τίτλο «American Originality».

Η αποκορύφωση της λογοτεχνικής και πολιτιστικής αξίας του έργου της, με διεθνή ακτινοβολία ήρθε στις αρχές του φετινού Οκτώβρη, όταν ανακοινώθηκε ότι η Louise Glück είναι η νικήτρια του Νόμπελ Λογοτεχνίας 2020. Με την επικράτηση αυτή, η Glück έγινε έτσι η 17η γυναίκα στην ιστορία των βραβείων που κατόρθωσε να κερδίσει το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο αριθμός αυτός αποτελεί ίσως ρεκόρ για τα βραβεία Νόμπελ, από την ίδρυσή τους το 1901, καθώς η απουσία των γυναικών από τις υπόλοιπες κατηγορίες είναι πολύ πιο ηχηρή, με τον συνολικό αριθμό των γυναικών που έχουν κερδίσει ένα Νόμπελ ανά κατηγορία να παραμένει σε μονοψήφιο αριθμό.

Ένα έργο με ξεχωριστή προσωπικότητα

Εκείνο για το οποίο έχει διακριθεί η Glück σε αυτή τη μακρόχρονη πορεία της είναι ο λυρικός χαρακτήρας των ποιημάτων της, στα οποία ξεχωρίζει η γλωσσική ακρίβεια, αλλά και ο σκοτεινός τόνος.

Ενδεικτικά είναι όσα έχει πει για το έργο της ο ποιητής Craig Morgan Teicher, ο οποίος περιέγραψε την Glück ως μία συγγραφέα, της οποίας «τα λόγια είναι πάντα σπάνια, σκληρά κερδισμένα και δεν πρέπει να σπαταλώνται». Η μελετητής Laura Quinney, από την πλευρά της, ισχυρίστηκε ότι η προσεκτική χρήση των λέξεων είναι το στοιχείο που ανέδειξε την Glück ως μία από τους Αμερικανούς ποιητές που εκτιμούν την έντονη λυρική συμπίεση, από την Emily Dickinson έως την Elizabeth Bishop».

Σπανίως τα ποιήματα της Glück ακολουθούν την τεχνική της ρίμας. Αντ’ αυτού, βασίζονται περισσότερο στην επανάληψη, στην πρόκληση και σε άλλες τεχνικές για να επιτύχουν ρυθμό.

Μεταξύ των μελετητών και των κριτικών, πολλές είναι οι συζητήσεις που έχουν υπάρξει αναφορικά με το αν η Glück μπορεί να χαρακτηριστεί ως αυτοβιογραφική ποιήτρια. Η συζήτηση αυτή έχει προκύψει από το γεγονός ότι, σε μεγάλο ποσοστό, η νομπελίστρια γράφει σε πρώτο πρόσωπο, αναφερόμενη συχνά σε θεματικές που είναι ξεκάθαρο πως εμπνέονται από τα προσωπικά της βιώματα.

Ο μελετητής Robert Baker, συγκεκριμένα, υποστηρίζει πως η Glück «είναι σίγουρα μία εξομολογητική ποιήτρια, με κάποια βασική έννοια», ενώ ο κριτικός Michael Robbins ισχυρίζεται ότι η ποίηση της νομπελίστριας, σε αντίθεση με εκείνη των εξομολογητικών ποιητών Sylvia Plath ή John Berryman, «εξαρτάται από τη μυθοπλασία του απορρήτου». Με άλλα λόγια, ο Robbins υποστηρίζει ότι η Glück δεν μπορεί να θεωρηθεί ποιήτρια της εξομολόγησης, εάν η εξομολόγηση αυτή δεν απευθύνεται σε ένα ακροατήριο.

Προχωρώντας περαιτέρω την ανάλυσή της, η Quinney υποστηρίζει ότι για την Glück, η εξομολογητική ποίηση είναι οδυνηρή. Άλλοι μελετητές του έργου της, πάντως, έχουν συμφωνήσει ότι τα ποιήματά μπορούν να θεωρηθούν αυτοβιογραφικά, ενώ η τεχνική που υιοθετεί, χρησιμοποιώντας διαφορετικές περσόνες, από αρχαίους Έλληνες θεούς μέχρι λουλούδια, κατατάσσει το έργο της ως κάτι περισσότερο από απλές εξομολογήσεις.

Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε η μελετητής Helen Vendler: «Με την πλαγιότητα και την επιφύλαξή τους, τα ποιήματα της Glück προσφέρουν μια εναλλακτική λύση στην «εξομολόγηση» πρώτου προσώπου, παραμένοντας αδιαμφισβήτητα προσωπικά».

Ενώ το έργο του Glück είναι θεματικά διαφορετικό, οι μελετητές και οι κριτικοί έχουν εντοπίσει πολλά κλασσικά θέματα στα ποιήματά της. Το πιο εμφανές στοιχείο στο έργο της νομπελίστριας είναι το γεγονός ότι επικεντρώνεται στο τραύμα. Το στοιχείο αυτό είναι εμφανές σχεδόν στο σύνολο του έργου της, καθώς συχνά η Glück γράφει για τον θάνατο, την απώλεια, την απόρριψη, την αποτυχία των σχέσεων και τις προσπάθειες θεραπείας και ανανέωσης.

Ο μελετητής Daniel Morris, μάλιστα, σημειώνει ότι, ακόμη και ένα ποίημά της που χρησιμοποιεί παραδοσιακά χαρούμενες ή ειδυλλιακές εικόνες, ουσιαστικά «υποδηλώνει τη συνειδητοποίηση του συγγραφέα για τη θνησιμότητα, για την απώλεια της αθωότητας». Στην εντύπωση αυτή έρχεται να προστεθεί το σχόλιο της μελετητή Joanne Feit Diehl, η οποία σχολιάζει ότι «αυτή η αίσθηση ενός τέλους… εγχέει τα ποιήματα της Glück με την αναδρομική τους δύναμη», επισημαίνοντας τη μετατροπή κοινών αντικειμένων, όπως ένα καροτσάκι μωρού, σε αναπαραστάσεις μοναξιάς και απώλειας.

Ωστόσο, για την Glück, το τραύμα είναι αναμφισβήτητα μια πύλη, μέσα από την οποία μπορεί να επιτευχθεί μία μεγαλύτερη εκτίμηση της ζωής.

Η σχέση μεταξύ των αντιτιθέμενων δυνάμεων της ζωής και του θανάτου στο έργο της Glück αναδεικνύει μία άλλη θεματική, από εκείνες που ευρέως χρησιμοποιεί η ποιήτρια: Την επιθυμία. Η Glück έχει γράψει συχνά ρητά για πολλές μορφές επιθυμίας – για παράδειγμα, την επιθυμία για αγάπη και προσοχή, για διορατικότητα ή για την ικανότητα να μεταφέρει την αλήθεια – αλλά η προσέγγισή της στην επιθυμία χαρακτηρίζεται από αμφιθυμία.

Η Morris υποστηρίζει ότι τα ποιήματα της Glück, τα οποία συχνά υιοθετούν αντιφατικές απόψεις, αντικατοπτρίζουν «τη δική της αμφιλεγόμενη σχέση με το καθεστώς, τη δύναμη, την ηθική, το φύλο και, κυρίως, τη γλώσσα». Ο συγγραφέας Robert Boyer χαρακτήρισε την αμφιθυμία αυτή προς την επιθυμία ως αποτέλεσμα της «επίπονης αυτο-ανάκρισης». Υποστηρίζει, μάλιστα, ότι «τα ποιήματα της Glück, στην καλύτερη περίπτωση πάντοτε, κινούνταν μεταξύ υποχώρησης και επιβεβαίωσης, αισθησιακής αμεσότητας και αντανάκλασης… για μια ποιήτρια, που συχνά μπορεί να φαίνεται προσγειωμένη και προκλητικά αδιάφορη, έχει ανταποκριθεί ικανοποιητικότατα στο δέλεαρ του θαύματος της καθημερινής ζωής και της ξαφνικής αύξησης του αναδυόμενου συναισθήματος».

Η ένταση μεταξύ των επιθυμιών που ανταγωνίζονται η μία την άλλη στο έργο της Glück εκδηλώνεται τόσο στην επιλογή της να χρησιμοποιεί διαφορετικά πρόσωπα από ποίημα σε ποίημα, όσο και στην ποικίλη προσέγγισή της σε κάθε συλλογή των ποιημάτων της. Αυτό οδήγησε τον ποιητή και μελετητή James Longenbach να δηλώσει ότι «η αλλαγή είναι η υψηλότερη αξία της Louise Glück» και «αν η αλλαγή είναι αυτό που λατρεύει και ζητά περισσότερο, είναι επίσης αυτό στο οποίο αντιστέκεται περισσότερο, αυτό που είναι πιο δύσκολο γι’ αυτήν, πιο σκληρά κερδισμένο».

Ένα άλλο θέμα που απασχολεί την νομπελίστρια στα ποιήματά της είναι η φύση, που αποτελεί το σκηνικό για πολλά από τα ποιήματά της. Έτσι, η φύση στο έργο της Glück αποκτά διπλή διάσταση, ως ένα στοιχείο που πρέπει να τεθεί υπό κριτική και ταυτόχρονα να λάβει την αποδοχή του αναγνώστη, που καλείται να το «αγκαλιάσει».

Θεματικά, η ποίηση της Glück είναι επίσης αξιοσημείωτη, κυρίως όμως γι’ αυτό που αποφεύγει.

Η Μόρις υποστηρίζει σχετικά: «Το γράψιμό της συχνά αποφεύγει την εθνική ταυτοποίηση, τη θρησκευτική ταξινόμηση ή τη φυλετική σχέση. Στην πραγματικότητα, η ποίησή της συχνά αναιρεί κρίσιμες εκτιμήσεις που επιβεβαιώνουν τις πολιτικές ταυτότητες ως κριτήρια για λογοτεχνική αξιολόγηση. Αντιστέκεται στην οριοθέτησή της ως μία ποιήτρια κατηγορίας (όπως, για παράδειγμα, «Εβραιοαμερικανή» ποιήτρια, ή «φεμινίστρια» ποιήτρια, ή ποιήτρια της «φύσης»), προτιμώντας να διατηρήσει μια αύρα εικονοκλάστη ή κάποιο που κυμαίνεται σε ένα ενδιάμεσο».

Η ίδια η Glück, από πλευράς της, επεσήμανε την επίδραση της ψυχανάλυσης στο έργο της, καθώς και την πρώιμη μάθηση που έλαβε σε τομείς όπως οι αρχαίοι θρύλοι, οι παραβολές και η μυθολογία.

Αναφορικά με τα πρόσωπα που την ενέπνευσαν, ιδιαίτερη μνεία έχει κάνει στους Léonie Adams και Stanley Kunitz. Οι μελετητές και οι κριτικοί, ωστόσο, έχουν εντοπίσει και άλλες επιρροές στο έργο της, όπως αυτές των Robert Lowell, Rainer Maria Rilke και Emily Dickinson, μεταξύ άλλων.

Το έργο του Glück υπήρξε και συνεχίζει ακόμη και σήμερα να αποτελεί αντικείμενο ακαδημαϊκής μελέτης.

Πρόκειται για μία πολυβραβευμένη προσωπικότητα, καθώς έχει κερδίσει, μεταξύ άλλων, το Βραβείο Πούλιτζερ, το Εθνικό Μετάλλιο Ανθρωπιστικών Επιστημών, το Βραβείο Εθνικού Βιβλίου, το Βραβείο Εθνικού Κριτικού Βιβλίου και το Βραβείο Bollingen. Από το 2003 έως το 2004, ήταν η Poet Laureate των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ φέτος στην πλούσια συλλογή της ήρθε να προστεθεί το Νόμπελ Λογοτεχνίας 2020.

Τα χαρτιά της, συμπεριλαμβανομένων χειρόγραφων, αλληλογραφίας και άλλου υλικού, φιλοξενούνται σήμερα στο Beinecke Rare Book & Manuscript Library του Πανεπιστημίου Yale.

Σήμερα, η νομπελίστρια ζει στο Cambridge της Μασαχουσέτης, ενώ κατέχει και τον τίτλο της αναπληρώτριας καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Yale.

Διαβάστε επίσης:

Emmanuelle Charpentier: Η γυναίκα που άλλαξε για πάντα την επεξεργασία του DNA

Andrea Ghez: Η Νομπελίστρια ενός πειράματος που κανείς δεν πίστευε ότι θα πετύχει

Amanda Lind: Η αντισυμβατική Υπουργός Πολιτισμού της Σουηδίας

Ακολουθήστε το Portraits στο Google News για την πιο ξεχωριστή ενημέρωση